ευκλεής

-ές (ΑΜ εὐκλεής, -ές, Α ποιητ. τ. εὐκλειής, επικ. τ. ἐϋκλειής)
αυτός που έχει καλή φήμη, ένδοξος, ονομαστός, περίφημος (α. «οὐ μάν ἧμιν ἐϋκλεὲς ἀπονέεσθαι» — δεν είναι ένδοξο για μάς να αποπλεύσουμε, Ομ. Ιλ.
β. «εὐκλέα γλῶσσαν» — τραγούδι που υμνεί τη δόξα κάποιου, Βακχυλ.).
επίρρ...
ευκλεώς (Α εὐκλεῶς, επικ. τ. ἐϋκλειῶς)
ένδοξα («εὐκλεῶς ἀπώλετο», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κλεής (< κλέος), πρβλ. δυσ-κλεής, μεγα-κλεής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐκλεής — of good report masc/fem nom sg (epic ionic) εὐκλεής of good report masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκλεής — Εὐκλέης masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐκλέης — masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλέης — εὐκλεής of good report masc/fem nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλῆς — εὐκλεής of good report masc/fem voc sg (doric aeolic) εὐκλεής of good report masc/fem nom sg εὐκλεής of good report masc/fem acc pl (attic epic doric) εὐκλεής of good report masc/fem nom/voc pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλέα — εὐκλεής of good report masc/fem acc sg (epic ionic) εὐκλέᾱ , εὐκλεής of good report masc/fem acc sg (attic) εὐκλεής of good report masc/fem acc sg (epic ionic) εὐκλεής of good report neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλεᾶ — εὐκλεής of good report masc acc sg εὐκλεής of good report neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) εὐκλεής of good report masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλεῆ — εὐκλεής of good report neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐκλεής of good report masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐκλεής of good report masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλεέστερον — εὐκλεής of good report adverbial comp εὐκλεής of good report masc acc comp sg εὐκλεής of good report neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκλεεστάτων — εὐκλεής of good report fem gen superl pl εὐκλεής of good report masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.